Έχουμε επισημάνει από την αρχή ότι ο υπολογισμός του τεκμαρτού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ως κριτήριο για την απόδοση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, αποκλείει από την καταβολή του συμπολίτες μας ακόμη και με πολύ χαμηλά πραγματικά εισοδήματα, οι οποίοι διαβιούν στο φάσμα της φτώχειας.
Η πρόσφατη οδηγία της Διεύθυνσης Καταπολέμησης της Φτώχειας του ΥΚΟΙΣΟ (https://gmi-news.blogspot.com/2025/08/blog-post.html?m=1) να προσμετράται το τεκμαρτό εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών στις αιτήσεις για ένταξη στο ΕΕΕ, αποδεικνύει την επιμονή της κυβέρνησης να περιοριστεί ο αριθμός των ωφελουμένων του συγκεκριμένου Προγράμματος.
Παρά το γεγονός ότι το Πρόγραμμα για το ΕΕΕ (πρώην ΚΕΑ) στην αρχική του μορφή ως δηλούμενο εισόδημα όριζε το συνολικό πραγματικό εισόδημα των αιτούντων, η κυβέρνηση με τον ν. 5073/2023 (παρ. 5 άρθ. 15), θέσπισε να λαμβάνεται υπόψη το τεκμαρτό εισόδημα για τη λήψη προνοιακών και κοινωνικών επιδομάτων -μεταξύ αυτών και το ΕΕΕ.
Είχαμε αναφέρει και στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό ότι παρά την ελάχιστη, ετήσια αύξηση του ΕΕΕ, κατά 40 εκατομμύρια, από το 2022 έχει μειωθεί κατά 257 εκατομμύρια ή κατά 32%.
Αν και η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο όλα τα κράτη μέλη να εγγυώνται ένα ελάχιστο εισόδημα στο 80% του κατωφλιού της φτώχειας, στη χώρα μας το ΕΕΕ βρίσκεται κάτω από το 50% αυτού του ορίου. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το κατώφλι φτώχειας για την Ελλάδα ανέρχεται στο ποσό των 6.030 € ετήσιου εισοδήματος για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 12.663 € για τετραμελή οικογένεια (δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας έως 14 ετών). Αντίστοιχα, το ΕΕΕ, μετά την αναιμική αύξηση κατά 8% το 2023, ανέρχεται στα 2.592 € για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στα 5.184 € για τετραμελή οικογένεια. Δηλαδή το ΕΕΕ ανέρχεται στο 43% του κατωφλιού φτώχειας για το μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στο 41% για την τετραμελή οικογένεια.
Επισημαίνουμε ότι η κυβερνητική δέσμευση στην περσινή ΔΕΘ για αύξηση του ΕΕΕ -όπως και των επιδομάτων στέγασης και τέκνων- έναν χρόνο μετά εξακολουθεί να παραμένει ανεκπλήρωτη.
Την ίδια στιγμή, πάντα σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 σημειώθηκε αύξηση του πληθυσμού που διαβιεί σε συνθήκες φτώχειας κατά 0,8%, σε σχέση με το 2023, η τρίτη μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ-27, όταν στην ΕΕ μειώθηκε κατά 1,1%. Το 26,9% του ελληνικού πληθυσμού, 2.740.051 συμπολίτες μας, 82.051 περισσότεροι από το 2023, ζουν σε συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Υπενθυμίζουμε ότι το ΕΕΕ είναι στην πραγματικότητα το Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης (ΚΕΑ), το οποίο θέσπισε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στα ασφυκτικά πλαίσια των μνημονίων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ακραία φτώχεια και συνδέονταν με μια σειρά δράσεων που είχαν στόχο την επανένταξη στην αγορά εργασίας και την κοινωνική επανένταξη όσων διαβιούσαν σε συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Η κυβέρνηση της ΝΔ απλώς άλλαξε το όνομα χωρίς να προβεί σε καμία ουσιαστική του βελτίωση, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πλέον οι δημοσιονομικοί περιορισμοί εκείνης της περιόδου.
Καλούμε για μια ακόμη φορά την κυβέρνηση αντί να εφευρίσκει τρόπους περιορισμού των ωφελουμένων, να προβεί σε γενναία αύξηση του ΕΕΕ στο 80% του κατωφλιού της φτώχειας, σύμφωνα και με τις ευρωπαϊκές επιταγές, έτσι ώστε περισσότεροι συμπολίτες μας να βγαίνουν από τις συνθήκες κοινωνικής ευαλωτότητας και ανέχειας, για την καταβολή του να υπολογίζεται το πραγματικό εισόδημα των δικαιούχων και όχι το τεκμαρτό και να αυξήσει εν γένει τις κοινωνικές παροχές αντί να τις μειώνει.
Η μελέτη για την προσιτότητα της στέγασης για τα Ελληνικά νοικοκυριά, που δημοσιεύεται στο τελευταίο Οικονομικό Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας (τ. 61, Ιούλιος 2025), ξεσκεπάζει την ανικανότητα της κυβέρνησης στην αντιμετώπισης της στεγαστική κρίσης. Σύμφωνα με τη μελέτη μεταξύ 2018 και 2021 το ποσοστό των νοικοκυριών που διέθεσαν περισσότερο από το 40% του εισοδήματός τους για τις στεγαστικές τους ανάγκες αυξήθηκε από 28,7% σε 31,9%, καθιστώντας δυσκολότερη την πρόσβαση σε προσιτή στέγη για περισσότερα νοικοκυριά. Το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο για τη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία φτάνοντας το 35%.
Τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα της Eurostat (2023) επιβεβαιώνουν με τον χειρότερο τρόπο αυτή την πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη δυσχερέστερη θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την προσιτότητα στέγασης. Η άνοδος των τιμών των ακινήτων, το υψηλό κόστος δανεισμού, η ακρίβεια και το αυξανόμενο κόστος ενέργειας επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά, ενώ οι δημόσιες δαπάνες- ως ποσοστό του ΑΕΠ- που προορίζονται για τη στέγαση είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ.
Οι παρενέργειες του στεγαστικού προβλήματος δεν επηρεάζουν οριζόντια όλες τις κοινωνικές ομάδες. Η πραγματικότητα παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις για τη νεολαία, τους άνεργους, τους ενοικιαστές. Σύμφωνα με την μελέτη της ΤτΕ, οι νέοι ηλικίας 18-29 ετών αντιμετωπίζουν την μεγαλύτερη επιβάρυνση στην προσιτότητα στέγης με ποσοστά που ξεπερνούν το 50%, προκαλώντας οικονομική ασφυξία τόσο στους φοιτητές όσο και στα νέα ζευγάρια. Παρόμοια ποσοστά καταγράφονται και για τους ανέργους. Για όσους νοικιάζουν, το ποσοστό ξεπερνά το 60%, ενώ για τους ενοικιαστές της Θεσσαλονίκης εκτοξεύεται στο 68%.
Οι νέοι και οι νέες, ακόμη και αν εργάζονται -συχνά σε επισφαλείς και χαμηλά αμειβόμενες θέσεις- δεν έχουν την δυνατότητα να εγκαταλείψουν το παιδικό τους δωμάτιο, ενώ οι φοιτητές συχνά επιλέγουν σχολές με γνώμονα την εγγύτητα στον τόπο διαμονής τους, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα όνειρά τους.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση -ελλείψει συγκροτημένης στρατηγικής για την αντιμετώπιση της κρίσης- παρουσιάζει με καθυστέρηση αποσπασματικά μέτρα που δε δίνουν λύσεις στις αγωνίες για εξεύρεση προσιτής στέγης. Η βραχυχρόνια μίσθωση εξακολουθεί να απορροφά σημαντικό ποσοστό των διαθέσιμων κατοικιών, οδηγώντας σε μαζικές αυξήσεις ενοικίων ή και εξώσεις, χωρίς καμία κυβερνητική πρόβλεψη για ανάσχεση της αισχροκέρδειας και απο-εμπορευματοποίηση της στέγης. Παράλληλα, δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική πρόταση αύξησης του στεγαστικού αποθέματος.
Η κυβέρνηση με την πολιτική της έχει αναγάγει την πρόσβαση σε προσιτή κατοικία σε είδος πολυτελείας. Στερεί από τους νέους το κοινωνικό δικαίωμα στη στέγη, τη δυνατότητα να χαράξουν τη δική τους αυτόνομη πορεία, να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Υποχρεώνει άνεργους και νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα σε βίαιες περικοπές άλλων καταναλωτικών αναγκών για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στο υπέρμετρο στεγαστικό κόστος. Αντιμετωπίζει τη στέγη ως πηγή κερδοφορίας, επιτρέποντας τη χρηματιστικοποίησή της, και όχι ως κοινωνικό δικαίωμα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει παρουσιάσει ένα συνεκτικό, ευρύ στεγαστικό πρόγραμμα δίνοντας στέγη στα όνειρα και στην ελπίδα, ιδιαίτερα των νέων. Έχει δεσμευτεί για την κάλυψη του μισού φοιτητικού πληθυσμού που φοιτά εκτός του τόπου κατοικίας του με το πρόγραμμα “Εστία για όλους”. Έχει δεσμευτεί για ευρεία δημιουργία κοινωνικών κατοικιών στα ευρωπαϊκά επίπεδα, οι οποίες αποτελούν τη μόνη λύση στο στεγαστικό πρόβλημα εν γένει. Για άμεσες, καινοτόμες και στοχευμένες παρεμβάσεις στην ασύδοτη αγορά ενοικίου που θα οδηγήσουν σε ελεγχόμενο ενοίκιο όπως σε όλη την Ευρώπη.
Η επίλυση του στεγαστικού απαιτεί ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο, διοικητικές δομές και εργαλεία, δημιουργία άμεσα ικανού αποθέματος Κοινωνικής Στέγης, ανέγερση νέων φοιτητικών εστιών, αξιοποίηση των ακινήτων του δημοσίου, προστασία της πρώτης κατοικίας, περιφερειακή δικαιοσύνη, έλεγχο της αγοράς και των τιμών της, γενναία χρηματοδότηση. Απαιτεί μια προοδευτική, στεγαστική πολική που αυτή η κυβέρνηση ούτε μπορεί ούτε θέλει να εφαρμόσει.
Τη θλιβερή προτελευταία θέση καταλαμβάνει η χώρα μας στις δαπάνες για οικογενειακά επιδόματα στην ΕΕ-27, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα η Eurostat και αφορούν το έτος 2022.
Η χώρα μας δαπανά μόλις 264 € ανά άτομο σε οικογενειακά επιδόματα, μπροστά μόνο από τη Βουλγαρία, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ-27 είναι 830 €. Βρίσκεται δε στην 5η θέση από το τέλος στο ποσοστό που καταλαμβάνουν τα οικογενειακά επιδόματα στο σύνολο των δαπανών για κοινωνική προστασία: 5,56% έναντι 8,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Θα περίμενε κανείς σε μια περίοδο που το δημογραφικό αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την Ελλάδα, καθώς επιδεινώνονται όλοι οι δημογραφικοί δείκτες, να καταγράφονται υψηλότερες δαπάνες για τα οικογενειακά επιδόματα.
Όχι όμως δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά η κυβέρνηση ενώ έχει δεσμευτεί από τον προηγούμενο Σεπτέμβριο για αύξηση του Επιδόματος Παιδιού, έναν χρόνο μετά δεν έχει προβεί στην αύξηση αυτή.
Σε αλλεπάλληλες τοποθετήσεις στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2024 & το 2025 είχαμε τονίσει ότι η κατάσταση τώρα είναι ακόμα χειρότερη από το 2022.
Είχαμε αναφέρει ότι τα Οικογενειακά επιδόματα το 2025 έχουν μειωθεί κατά 335 εκατομμύρια ή 25% σε σχέση με το 2022!
Είχαμε εκφράσει την έκπληξή μας για την η ετήσια μείωση του επιδόματος γέννησης κατά 18 εκατ το 2025 (-9%) πάρα τις τυμπανοκρουσίες της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του δημογραφικού.
Είχαμε προειδοποιήσει ότι η Ελλάδα απο τα επίσημα στοιχεία της Eurostat βρισκόταν ήδη το 2023 στην προτελευταία θέση της ΕΕ σε δαπάνες για την οικογένεια και το παιδί. Είχαμε υπογραμμίσει ότι το 2023 σε σχέση με το 2022 υπήρξε μείωσή τους κατά 0,2% ως ποσοστό του ΑΕΠ, που αντιστοιχούσε σε μείωση 460 εκατομμυρίων. Η Ελλάδα αύξησε την ψαλίδα με την ΕΕ στο 1% του ποσοστού ΑΕΠ, δηλαδή για τη σύγκλιση με την ΕΕ χρειάζονται 2,3δις.
Είχαμε πει ότι η χώρα βρίσκεται στην τελευταία τετράδα των δαπανών στην ΕΕ για την προ-πρωτοβάθμια εκπαίδευση και είχαμε αναλύσει τις θλιβερές κατατάξεις της χώρας σε κάθε δείκτη του ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων.
Ταυτόχρονα η κυβέρνηση έχει κηρύξει τον πόλεμο σε οτιδήποτε θυμίζει κοινωνική προστασία: διαλύει το δημόσιο σύστημα υγείας, οδηγεί σε οικονομική ασφυξία τις δομές βρεφικής και παιδικής φροντίδας, ιδιωτικοποιεί την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ελαστικοποιεί και αποδιαρθρώνει τις εργασιακές σχέσεις, αρνείται να αντιμετωπίσει το στεγαστικό, όπως και την ακρίβεια καθιστώντας την αγοραστική δύναμη του Έλληνα τελευταία στην Ευρώπη.
Στην πραγματικότητα με την πολιτική της λειτουργεί ανασταλτικά στην απόφαση των νέων ζευγαριών να αποκτήσουν παιδιά, καθώς επιτείνει την ανασφάλειά τους σε όλους τους τομείς.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει δεσμευτεί για την οικοδόμηση ενός ισχυρού πλέγματος κοινωνικής προστασίας και Πρόνοιας με δαπάνες ουσιαστικές για την οικογένεια και το παιδί , όχι μόνο ευκαιριακές και επιδοματικού χαρακτήρα, που πρωτίστως θα παρέχουν αξιοπρεπή στέγη και συνθήκες ομαλές για τη διαβίωση της οικογένειας καθώς μόνο σε συνθήκες όπου το κράτος και η οργανωμένη κοινωνία έχει αναλάβει την ευθύνη της αλληλεγγύης και της πρόνοιας, μπορεί το άτομο να ζήσει σε περιβάλλον πραγματικής ασφάλειας, χωρίς φόβο για το μέλλον.
Ο κοινωνικός αυταρχισμός της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν έχει όρια. Με την εφαρμογή της ΚΥΑ 3511/12-03-2025, η ΝΔ βάζει «κόφτη» στην αξιοπρέπεια των πιο αδύναμων πολιτών, επιβάλλοντας τη χρήση προπληρωμένης κάρτας για την καταβολή επιδομάτων. Από την πρώτη μέρα, χιλιάδες συμπολίτες μας βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αδυναμία κάλυψης βασικών υποχρεώσεων, όπως το ενοίκιο και οι δόσεις δανείων. Κι αυτό, επειδή η κυβέρνηση αποφάσισε αυταρχικά πως το 50% του επιδόματος θα «επιτρέπεται» να χρησιμοποιείται μόνο μέσω καρτών.
Όσα προσχήματα κι αν επικαλεστεί η κυβέρνηση – «διαφάνεια», «στοχοθέτηση», «ορθή χρήση» – η αλήθεια είναι μία. Προσπαθεί να μετατρέψει το δικαίωμα στην κοινωνική στήριξη, σε ελεημοσύνη υπό επιτήρηση.
Κατά τη συζήτηση στη Βουλή του σ/ν του ΥΚΟΙΣΟ, ήδη από το Φεβρουάριο, η κυβέρνηση απέφυγε συστηματικά να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα:
Πόσο κόστισε – και ποιος ανέλαβε – την ιδιωτική πλατφόρμα που υποτίθεται θα διασφαλίσει «διαλειτουργικότητα»;
Γιατί παραμένει ανοχύρωτος ο ΟΠΕΚΑ, ένας οργανισμός-κλειδί για την κοινωνική προστασία, από υποστελέχωση και απαρχαιωμένα πληροφοριακά συστήματα;
Πότε σκοπεύουν να σταματήσουν τις σκανδαλώδεις αναθέσεις σε ημέτερους, που έχουν γίνει πλέον «κανονικότητα» στη ΔΥΠΑ;
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ούτε θέλει, ούτε μπορεί να προστατεύσει τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Το μόνο που ξέρει είναι να τις ενοχοποιεί, να τις τιμωρεί και να τις υποτάσσει στον έλεγχο της αγοράς – και των τραπεζών.
Στεκόμαστε απέναντι σε αυτή την ταξική, απάνθρωπη πολιτική. Διεκδικούμε επιδόματα που να σέβονται τον πολίτη, να ανταποκρίνονται στις πραγματικές του ανάγκες, χωρίς ελέγχους, χωρίς κόφτες, χωρίς εξευτελιστικές διαδικασίες. Η κοινωνική προστασία δεν είναι προνόμιο. Είναι δικαίωμα. Και θα το υπερασπιστούμε με κάθε τρόπο.
15.7.2025
Δύο μόλις ημέρες μετά την ψήφιση του μέτρου επιστροφής ενός ενοικίου το χρόνο και μία ημέρα μετά την ανάρτηση βίντεο του πρωθυπουργού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το στεγαστικό επίδομα φοιτητών, η κυβέρνηση με σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης αποδεικνύει για μια ακόμη φορά την υποκρισία της.
Με αμφίβολης συνταγματικότητας διάταξη σχεδίου νόμου που κατέθεσε στη Βουλή δίνει τη δυνατότητα έξωσης ενοικιαστών από το ακίνητο που μισθώνουν με τη λήξη της μίσθωσης.
Σε μία περίοδο που η στεγαστική κρίση έχει πάρει εφιαλτικές διαστάσεις, τινάζοντας στον αέρα τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών και απειλώντας την κοινωνική συνοχή, η κυβέρνηση θεσμοθετεί τις fast track εξώσεις, δίνοντας τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου με τη λήξη της σύμβασης, ανεξαρτήτως της συνέπειας του ενοικιαστή και της ιδιαίτερης κατάστασης την οποία πιθανά να βιώνει.
Έτσι, οικογένειες και μονοπρόσωπα νοικοκυριά, νέοι και φοιτητές, θα αναγκάζονται σε εύρεση νέας κατοικίας εντός ελάχιστου χρονικού διαστήματος 1-2 μηνών, σε μια περίοδο που η στέγη είναι δυσεύρετη και οι τιμές των ενοικίων αυξάνονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς.
Ήδη η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, με σχόλιό της που αναρτήθηκε στο open gov στη διαβούλευση του σχεδίου νόμου, θεωρεί ότι η έκδοση διαταγών απόδοσης χρήσης μισθίου αποκλειστικά από δικηγόρους, χωρίς τη μεσολάβηση δικαστικής κρίσης ελέγχεται ως προς τη συνταγματικότητά της και τη συμβατότητα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η κυβέρνηση νομοθετεί μονομερώς, αφήνοντας ανυπεράσπιστους τους ενοικιαστές, αφού όπως ομολογείται στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του σ/ν «στόχος της αξιολογούμενης ρύθμισης είναι η διευκόλυνση των πολιτών στη διαχείριση και αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας τους» στέλνοντας περίπατο τα δικαιώματα των ενοικιαστών στην καταιγίδα της στεγαστικής κρίσης.
Αποδεικνύεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει τη στέγη ως κοινωνικό δικαίωμα, συνταγματικά κατοχυρωμένο, αλλά ως πηγή άντλησης κερδοφορίας και γι αυτό έχει επιτρέψει τη χρηματιστικοποίησή της.
Δε θέλει και δε μπορεί να αντιμετωπίσει τη στεγαστική κρίση προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν επενδύει σε κοινωνική κατοικία, που άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία του ΤΑΑ, που δεν προβαίνει σε καμία απόπειρα ελέγχου της αγοράς ενοικίων.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει δεσμευτεί για ένα συνεκτικό στεγαστικό πρόγραμμα που αναγνωρίζει τη στέγη ως κοινωνικό δικαίωμα και προβλέπει την ίδρυση απαραίτητων θεσμικών και διοικητικών εργαλείων, τη δημιουργία ικανού αποθέματος κοινωνικής στέγης στα ευρωπαϊκά επίπεδα με κατασκευή νέων κατοικιών, την προστασία της α΄ κατοικίας, τον έλεγχο της αγοράς, την εξάλειψη της αστεγίας, μέτρα ενίσχυσης των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, τη διεκδίκηση από την ΕΕ χρηματοδότησης για στεγαστική πολιτική, με προτεραιότητα στην κοινωνική και βιώσιμη στέγη και την απαλλαγή των στεγαστικών δαπανών από δημοσιονομικούς περιορισμούς.
